Το Ελληνικό Θαλάσσιο Περιβάλλον

Οι οικολογικές συνθήκες στη Μεσόγειο καθορίζουν τέσσερις τύπους ιδιαιτεροτήτων που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα (Bellan-Santini & Poisat 1994):

 

  1. Τοπογραφικές. Η Μεσόγειος είναι μια βαθιά θάλασσα (μέσο βάθος 1500 μέτρα), ημίκλειστη, με στενή ηπειρωτική κρηπίδα.
  2. Υδρολογικές. Πολύ μικρή παλίρροια, αρνητικό υδρολογικό ισοζύγιο, κυκλωνική γενικά κίνηση των επιφανειακών θαλασσίων μαζών, υψηλή αλατότητα και οξυγόνωση.
  3. Ιστορικές. Οι πληθυσμοί των οργανισμών είναι γεωλογικά πρόσφατοι, στην πλειονότητά τους Ατλαντικής προέλευσης αλλά με έναν επιπρόσθετο έντονο ενδημισμό. Επηρεάζονται από τον άνθρωπο για χιλιετίες.
  4. Οικολογικές. Κύριο χαρακτηριστικό η χαμηλή παραγωγικότητα.

 

Τα γενικά αυτά χαρακτηριστικά της Μεσογείου όχι μόνο ισχύουν, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις είναι περισσότερο έντονα στην Ελλάδα.

Οι ελληνικές θάλασσες καταλαμβάνουν περίπου 264.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και αποτελούν το 64% της ελληνικής επικράτειας. Το συνολικό μήκος των ακτών, που υπολογίζεται σε πάνω από 15.000 χιλιόμετρα, είναι το μεγαλύτερο όλων των κρατών της Μεσογείου. Η ηπειρωτική κρηπίδα καλύπτει 75.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Το Αιγαίο με όγκο 7,4χ104 κυβικά χιλιόμετρα είναι η τρίτη σε μέγεθος θάλασσα της Α. Μεσογείου, μετά το Ιόνιο και τη Λεβαντίνη. Χαρακτηρίζεται από έντονα πολύπλοκη ακτογραμμή, την ύπαρξη περισσοτέρων από 2000 νησιών και πολλών κόλπων. Το έντονο υποθαλάσσιο ανάγλυφο περιλαμβάνει εκτεταμένη ηπειρωτική κρηπίδα στο Θερμαϊκό, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες, αλλά και βαθιές λεκάνες όπως την τάφρο του Β. Αιγαίου (μέγιστο βάθος 1600 μέτρα), τη λεκάνη της Χίου (μέγιστο βάθος 1160 μέτρα) και το Κρητικό Πέλαγος με δύο βαθιά σημεία προς τα Ανατολικά (2.561 και 2.295 μέτρα). Το Ελληνικό τμήμα του Ιονίου περιλαμβάνει την Ελληνική Τάφρο, με βαθύτερο σημείο έξω από τις ακτές της ΝΔ Πελοποννήσου (5.121 μέτρα), που είναι και το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου. Η Ελληνική Τάφρος συνεχίζεται κατά μήκος του Κρητικού Τόξου με βάθη συνήθως μεγαλύτερα από 4.000 μέτρα. Μεγάλα βάθη υπάρχουν επίσης στη Λεκάνη της Ρόδου (μέγιστο 4.433 μέτρα).

 

Στην πολυπλοκότητα του υποθαλάσσιου αναγλύφου έρχεται να προστεθεί εκείνη των θαλασσίων μαζών, που ανάλογα με την προέλευσή τους έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, και είναι στο Αιγαίο (Stergiou et al. in press):

 

Το μικρής αλατότητας επιφανειακό νερό της Μαύρης θάλασσας (μέγιστη εισροή 700 κυβικά χιλιόμετρα ανά έτος) που επηρεάζει κυρίως το Β. Αιγαίο, μπορεί όμως να ανιχνευτεί κάτω από ορισμένες συνθήκες μέχρι και τα Στενά των Κυθήρων.
Το ενδιάμεσο, υψηλής αλατότητας νερό της Λεβαντίνης που εισέρχεται από τα Ανατολικά στενά του Κρητικού Τόξου και μπορεί να ανέλθει μέχρι τη Λήμνο.
Το μετασχηματισμένο νερό του Ατλαντικού εισέρχεται υποεπιφανειακά στο Αιγαίο από τα δυτικά στενά του Κρητικού Τόξου και τέλος
Το βαθύ νερό της Α. Μεσογείου (σε βάθη μεγαλύτερα από 500 μέτρα).

 

Η εικόνα του φυσικού θαλάσσιου περιβάλλοντος συμπληρώνεται από μια σύνθετη οριζόντια κυκλοφορία αλλά και εκτεταμένες αναβλύσεις βαθύτερων νερών προς στην επιφάνεια, όπως συμβαίνει το καλοκαίρι στο Α.Αιγαίο λόγω των ετησίων ανέμων. Τέλος, καταβυθίσεις επιφανειακών μαζών προσφέρουν οξυγόνο στα ενδιάμεσα και βαθύτερα νερά.

Τα θρεπτικά άλατα του Αιγαίου είναι δώδεκα φορές λιγότερα από του Ατλαντικού και 3 φορές λιγότερα από του Ιονίου και της Λεβαντίνης. Τα ελληνικά πελάγη γενικά χαρακτηρίζονται ως ολιγοτροφικά. Εμπλουτισμός σε θρεπτικά παρατηρείται στους κόλπους, κυρίως στο Μαλιακό-Β. Ευβοϊκό, Ελευσίνας-Δ. Σαρωνικό, και λιγότερο στο Θερμαϊκό και τον κόλπο της Αλεξανδρούπολης. Οι υπόλοιποι κόλποι εμφανίζουν μια μικρή μόνο αύξηση σε σχέση με τις τιμές του ανοικτού πελάγους. Ανοξικές συνθήκες έχουν παρατηρηθεί κοντά στο βυθό το καλοκαίρι στον κόλπο της Ελευσίνας και το Θερμαϊκό (Stergiou et al. in press).

 

 

Ιστορικό και σημερινή κατάσταση έρευνας

Οι πρώτες βιβλιογραφικές αναφορές για την πανίδα των ελληνικών θαλασσών περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα ξένων επιστημονικών αποστολών του περασμένου αιώνα.

Το 1915 ιδρύεται το πρώτο ελληνικό ινστιτούτο που σχετίζεται με τη μελέτη των θαλασσών, ο Υδροβιολογικός Σταθμός. Αυτός, όπως και το διάδοχό του Ελληνικό Υδροβιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Αθηνών (ίδρυση 1945), έχουν ως κύριο αντικείμενο θέματα αλιείας. Το 1975 τα διαδέχεται το Ινστιτούτο Ωκεανογραφικών και Αλιευτικών Ερευνών (ΙΩΚΑΕ) με διευρυμένες δραστηριότητες σχετικές με τη διεπιστημονική ωκεανογραφική έρευνα. Ήδη, όμως, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 το τότε Ζωολογικό Εργαστήριο και Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών πρωτοπορεί στη μελέτη του θαλάσσιου ζωοπλαγκτού και αργότερα του ζωοβένθους, ενώ τα αντίστοιχα εργαστήρια των Πανεπιστημίων της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 συμμετέχουν ενεργά με έρευνες βενθικές και ιχθυολογικές. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών Δημόκριτος μια μικρή σε αριθμό ατόμων ομάδα ερευνητριών βάζει τις βάσεις για τη μελέτη του θαλάσσιου φυτοπλαγκτού. Στον ίδιο τομέα το Εργαστήριο Υδατικών Οικοσυστημάτων του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, συμβάλλει ενεργά τα τελευταία χρόνια.

Το 1989 αρχίζει η λειτουργία του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης με πολλαπλή συμβολή στη θαλάσσια βιολογία. Δύο άλλα κέντρα, το Ιχθυοκαλλιεργητικό Κέντρο Αχελώου (1985-) και το Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας Καβάλας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) (1994-) παρόλο τον εφαρμοσμένο προσανατολισμό τους, δραστηριοποιούνται επίσης σε προγράμματα που σχετίζονται με καταγραφή θαλασσίων οργανισμών.

 

 

Ερευνητικό δυναμικό

Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει στα παραπάνω κέντρα, 40 περίπου έμπειρους ειδικούς που ασχολούνται σε θέματα θαλάσσιας πανίδας και χλωρίδας και με τις δημοσιεύσεις τους συμβάλλουν στην πληρέστερη περιγραφή της βιοποικιλότητας των Ελληνικών θαλασσών. Από αυτούς, περισσότεροι από το ένα τρίτο περίπου (15) ασχολούνται με τα ασπόνδυλα ζώα του βένθους. Σε ίσο αριθμό (10) ακολουθούν οι ομάδες ειδικών που ασχολούνται με το μεσοζωοπλαγκτόν και τα ψάρια. Τέλος υπάρχουν πέντε ή λιγότεροι ειδικοί για το φυτοπλαγκτόν, το μακροφυτοβένθος, τα θαλάσσια θηλαστικά και τη γενετική πληθυσμών. Ελάχιστοι τέλος (1-2 άτομα) ασχολούνται με το μειοβένθος, το μικροφυτοβένθος και το μικροζωοπλαγκτόν. Σε όλα τα ιδρύματα οι ειδικοί πλαισιώνονται από υποψήφιους διδάκτορες και/ή ειδικούς τεχνικούς επιστήμονες εκπαιδευόμενους ή εκπαιδευμένους σε θέματα θαλάσσιας βιοποικιλότητας.

Ενώ πριν το 1970 οι αναφορές για τους θαλάσσιους οργανισμούς προέρχονταν κυρίως από Ευρωπαίους ερευνητές, η αυξανόμενη συνεχώς συμμετοχή των Ελλήνων ειδικών που καλύπτουν όλες σχεδόν τις μακρο-ομάδες πανίδας και χλωρίδας των θαλασσών μας έχει αποδώσει ένα σημαντικότατο όγκο δημοσιευμένης πληροφορίας από Έλληνες συγγραφείς χωρίς να αποκλείεται όμως η συνδημοσίευση με ξένους ερευνητές, κυρίως στα πλαίσια κοινών ερευνητικών προγραμμάτων.

 

Διεθνή περιοδικά που εκδίδονται στην Ελλάδα και περιέχουν εργασίες που σχετίζονται με την Ελληνική θαλάσσια βιοποικιλότητα είναι τα Biologia Gallo-Hellenica, Thalassographica, Bios (Macedonia, Greece), Annales Musei Goulandris. O κύριος όγκος όμως των αποτελεσμάτων της έρευνας που σχετίζεται με τη θαλάσσια βιοποικιλότητα δημοσιεύεται με τη μορφή ανάλυσης των βιοκοινωνιών σε υψηλής στάθμης διεθνή περιοδικά όπως Marine Ecology Progress Series, Marine Biology, Marine Ecology P.S.Z.N., Marine Pollution Bulletin, Estuarine Coastal & Shelf Science, Biological Oceanography, Oceanologica Acta, Fisheries Research κ.ά.

Διεθνή συνέδρια στα οποία ανακοινώνονται σχετικές εργασίες είναι εκείνα της Commission Internationale pour l’ Exploration Scientifique de la Mer Méditerrenée (CIESM), European Marine Biology Symposium, International Congress on the Zoogeography and Ecology of Greece and the Adjacent Regions και Deep See Biology Symposium, καθώς και σειρά διεθνών συνεδρίων που έχουν ως αντικείμενο μια συγκεκριμένη ομάδα οργανισμών (π.χ. European Crustacean Conference, Colloquium Crustacea Decapoda Mediterranea, International Malacological Congress, International Polychaeta Conference, International Conference on Copepoda. Στην Ελλάδα έχουν ήδη μακρά ιστορία τα: Πανελλήνιο Συμπόσιο Ωκεανογραφίας και Αλιείας, Πανελλήνιο Συνέδριο Ιχθυολόγων, Πανελλήνιο Συνέδριο Ελληνικής Εταιρείας Βιολογικών Επιστημών.

 

 

Υποδομή έρευνας

Σήμερα υπάρχουν δύο ωκεανογραφικά σκάφη που εξυπηρετούν και σε έρευνες σχετικές με τη θαλάσσια βιοποικιλότητα. Το “Αιγαίο” (62 μέτρα) του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών και το “Φιλία” (26 μέτρα) του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης. Μικρότερα αλιευτικά σκάφη ιδιόκτητα ή ενοικιαζόμενα εξυπηρετούν τις ερευνητικές ανάγκες των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης, Πάτρας Μυτιλήνης και Αθήνας. Στο προσεχές μέλλον, σύμφωνα με τον πενταετή επιστημονικό προγραμματισμό του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (1994-1999), τον προγραμματισμό του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης και τις προτάσεις αναβάθμισης των μεταπτυχιακών σπουδών στα Πανεπιστήμια, ο ερευνητικός στόλος της Ελλάδος πρόκειται να αυξηθεί σημαντικά και να συμπληρωθεί με την αγορά βαθυσκάφους.

 

 

Εργαστηριακή υποδομή

Η μελέτη της βιοποικιλότητας στην κλασική της μορφή δεν απαιτεί πολύπλοκες εγκαταστάσεις ή όργανα. Τα περισσότερα εργαστήρια που προαναφέρθηκαν καλύπτουν τις ανάγκες των ειδικών για τη συλλογή και την επεξεργασία του βιολογικού υλικού. Ήδη έχουν ξεκινήσει εφαρμογές της πληροφορικής (ανάλυση εικόνας) που διευκολύνουν τη μελέτη. Εργαστηριακή υποδομή για τη γενετική ποικιλότητα των θαλασσίων οργανισμών είναι σήμερα σε χρήση στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στα πανεπιστήμια της Αθήνας και της Πάτρας, αν και υπάρχει αντίστοιχη εργαστηριακή υποδομή, δεν χρησιμοποιείται όμως σε έρευνες βιοποικιλότητας θαλασσίων οργανισμών.

 

 

Ερευνητικά προγράμματα

Το κύριο χαρακτηριστικό της θαλάσσιας βιολογικής έρευνας είναι το γεγονός ότι στην πλειονότητά της δεν στοχεύει άμεσα στη μελέτη της βιοποικιλότητας των Ελληνικών θαλασσών. Εξαιρέσεις αποτελούν η συμμετοχή του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης σε πρόγραμμα εκτίμησης της παγκόσμιας βιοποικιλότητας στο σκληρό υπόστρωμα και προφανώς τα προγράμματα μελέτης της γενετικής ποικιλότητας συγκεκριμένων ειδών. Η χρηματοδότηση συνήθως δίδεται σε διεπιστημονικά, κυρίως, προγράμματα, όπου συνδυάζονται η Φυσική, Γεωλογία, Χημεία και Βιολογία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Τα αναμενόμενα αποτελέσματα της θαλάσσιας βιολογίας στα προγράμματα αυτά ξεπερνούν συνήθως το πρώτο βασικό στάδιο της καταγραφής των ειδών και αναφέρονται στην ανάλυση των βιοκοινωνιών. Τα λίγα είδη που αναφέρονται στις προκύπτουσες δημοσιεύσεις είναι τα σημαντικότερα από άποψη αφθονίας, ή τα θεωρούμενα ως δείκτες ή είδη καθορίζοντα τις βιοκοινωνίες (είδη κλειδιά). Για το λόγο αυτό, η εκτίμηση της α ή β ποικιλότητας των ελληνικών θαλασσών θα πρέπει να λάβει υπόψη της τη λεγόμενη “γκρίζα” βιβλιογραφία, δηλαδή στοιχεία τεχνικών εκθέσεων ή διδακτορικά, που πολλές φορές είναι περιορισμένης ή και απαγορευμένης διάχυσης, ή τα προσωπικά αρχεία των ερευνητών.

Σε αρκετές όμως περιπτώσεις η συσσωρευμένη εμπειρία των ερευνητών γύρω από μια συγκεκριμένη ομάδα οργανισμών έχει ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση των βιβλιογραφικών και προσωπικών δεδομένων σε μια έκδοση. Για θαλάσσια ζώα έχουν εκδοθεί από την Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία κατάλογοι ειδών και η γεωγραφική εξάπλωση των Ιχθύων, των Εχινοδέρμων και των Δίθυρων Μαλακίων.

Πρόσφατα, στο Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών δημιουργήθηκε τράπεζα δεδομένων που αριθμεί σήμερα περισσότερες από 2000 εγγραφές θαλασσίων ειδών (φυτοπλαγκτόν, ζωοπλαγκτόν, φυτοβένθος και ζωοβένθος). Η τράπεζα περιλαμβάνει στοιχεία για τους ερευνητικούς πλόες και τα προγράμματα στα πλαίσια των οποίων συλλέχθηκαν τα στοιχεία. Εκτός από τις συντεταγμένες κάθε σταθμού δειγματοληψίας περιέχει επίσης περιβαλλοντικά στοιχεία (ιζήματος και νερού). Για κάθε είδος υπάρχει πλήρης συστηματική κατάταξη, τα συνώνυμα και σχετική βιβλιογραφία (συστηματική και οικολογία). Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2000 θα έχουν κωδικοποιηθεί και μηχανογραφηθεί όλα τα στοιχεία παλαιοτέρων τεχνικών εκθέσεων που αφορούν στην παρουσία και αφθονία των ειδών στους σταθμούς δειγματοληψίας έργων, μελετών και ερευνών του Κέντρου από το 1980 μέχρι σήμερα. Η βάση έχει τη δυνατότητα α) απλής επεξεργασίας των στοιχείων, β) σύνδεσης με στατιστικά προγράμματα για πιο πολύπλοκες στατιστικές αναλύσεις και γ) σύνδεσης με Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών.

Επιπλέον, στις 1-3 Μαίου 1997, διοργανώθηκε στη Λευκωσία από τη CIESM μια Συνάντηση Εργασίας (Workshop) στην οποία συμμετείχαν 27 επιστήμονες από 14 Μεσογειακές χώρες με σκοπό τη διερεύνηση απόψεων της θαλάσσιας βιοποικιλότητας της Μεσογείου. Διατυπώθηκαν συστάσεις για την ανάπτυξη της έρευνας που θα στοχεύει στη μελέτη της βιοποικιλότητας καθώς και τρία σχέδια ερευνητικών προγραμμάτων που θα αποτελέσουν συγκεκριμένες προτάσεις χρηματοδότησης. Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στις διαδικασίες αυτές. Τα προτεινόμενα σχέδια προγραμμάτων ενδιαφέρουν άμεσα τη χώρα μας αφού σχετίζονται και με ελληνικά προβλήματα που έχουν ελάχιστα διερευνηθεί μέχρι τώρα όπως είναι η επίδραση της αλιείας στη βιοποικιλότητα, η εξάπλωση αλλόχθονων ειδών στη Μεσόγειο και η σύζευξη πελαγικής και βενθικής βιοποικιλότητας.

Τον Οκτώβριο 1997 πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης συνάντηση εργασίας με θέμα “Νέες κατευθύνσεις στη Συστηματική” (New Directions in Systematics) με την οικονομική υποστήριξη του European Science Foundation.

 

Προκαταρκτική εκτίμηση της βιοποικιλότητας των Ελληνικών θαλασσών.

Η παρούσα πληροφορία για την πανίδα των Ελληνικών θαλασσών εμφανίζεται στον Πίνακα 7. Ως πηγές πληροφορίας χρησιμοποιήθηκαν δημοσιευμένα στοιχεία, τεχνικές εκθέσεις, διδακτορικές διατριβές, αλλά και εκτιμήσεις ειδικών. Οι περισσότερες από τις αναφερόμενες ομάδες ζώων αποτελούν το αντικείμενο εξειδίκευσης ερευνητών και είναι συνήθως εκείνες που παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό ειδών. Συγκεντρωμένη πληροφορία για την κατανομή των ειδών στις Ελληνικές θάλασσες υπάρχει για τα ψάρια (Ondrias 1971, Economidis 1973, Papakonstantinou 1988), τα Δίθυρα (Zenetos 1996) και Γαστερόποδα Μαλάκια (Kουτσούμπας 1992), τα Εχινόδερμα (Pancucci-Papadopoulou 1996), τους Πολύχαιτους (Σύμπουρα 1996), τα Δεκάποδα Καρκινοειδή του Αιγαίου (Koukouras et al. 1992), τα πελαγικά Κωπήποδα (Mωραίτου-Αποστολοπούλου 1971, Σιώκου-Φράγκου προσωπικά στοιχεία), τα Αμφίποδα (Stefanidou & Voultsiadou-Koukoura 1994), τους Σπόγγους (Βουλτσιάδου-Κούκουρα 1986) και τα Ανθόζωα (Chintiroglou & den Hartog 1995, Βαφείδης & Κούκουρας 1997). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η εικόνα που εμφανίζεται για την ελληνική θαλάσσια βιοποικιλότητα αντικατοπτρίζει κυρίως εκείνη των ρηχών παράκτιων περιοχών και μέχρι το τέλος της ηπειρωτικής κρηπίδας. Η συχνότητα δειγματοληψιών σε βάθη μεγαλύτερα από 200 μέτρα είναι περιορισμένη. Εντούτοις, για το ζωοπλαγκτόν έχουν γίνει 6 δειγματοληψίες μέχρι και το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου.

Συνολικά, έχουν αναφερθεί περισσότερα από 2.500 ζωοβενθικά, περίπου 452 φυτοβενθικά, 349 ζωοπλαγκτονικά και 334 φυτοπλαγκτονικά είδη.

 

Πίνακας 7

 

Ομάδα

Αριθμός ειδών

   

Zωοβένθος-νηκτόν

 

Δημόσπογγοι

132

Κνιδόζωα

53

Πολύχαιτοι

570

Δίθυρα Μαλάκια

300

Γαστερόποδα Μαλάκια

637

Κεφαλόποδα

38

Δεκάποδα Καρκινοειδή

242

Λοιπά Καρκινοειδή

370*

Βρυόζωα

200

Ιχθύες

450

Ερπετά

3

Θηλαστικά

11

Λοιπές ομάδες

100*

   

Μεσοζωολαγκτόν (όλο)

 

Κνιδόζωα

35

Κωπήποδα

160

Λοιπά Καρκινοειδή

59

Χαιτόγναθοι

9

Πολύχαιτοι

25

Μαλάκια

23

Χορδωτά

38

   

Φυτοπλαγκτόν

 

Διάτομα

95

Δινομαστιγωτά

139

Κοκκολιθοφόρα

55

Πυριτιομαστιγωτά

29

Λοιπές ομάδες

25

*εκτίμηση

 

Ο αριθμός των ζωοπλαγκτονικών ειδών είναι περιορισμένος γιατί οι υπάρχουσες πληροφορίες προέρχονται από ανάλυση μέρους των δειγμάτων (ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές) με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από τον κατάλογο των σπάνιων ειδών. Ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι η έλλειψη πληροφοριών για πολλές ζωοπλαγκτονικές ομάδες (Μέδουσες, Βυτιοειδή, Σάλπες, Πτερόποδα Μαλάκια, πλαγκτονικοί Πολύχαιτοι καθώς επίσης και μεροπλαγκτονικές μορφές των Μαλακίων, Εχινοδέρμων, Πολυχαίτων, Ιχθύων, Δεκαπόδων, Ευφαυσεωδών κ.α.) επειδή δεν υπάρχουν ή σπανίζουν οι ειδικοί επιστήμονες που μελετούν τις ομάδες αυτές. Δεδομένου ότι τα Κωπήποδα αποτελούν τον κύριο όγκο των ζωοπλαγκτονικών δειγμάτων, οι Έλληνες επιστήμονες (όπως άλλωστε και οι ξένοι συνάδελφοι τους) ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη μελέτη αυτής της ομάδας. Ιδιαίτερα για τις μεροπλαγκτονικές προνύμφες πρέπει να αναφερθεί ότι η συμβολή τους στη βιοποικιλότητα μιας περιοχής μεταβάλλεται εποχικά, ανάλογα με το βιολογικό κύκλο κάθε είδους της πανίδας του βένθους ή των ψαριών. Τέλος η υπάρχουσα πληροφορία για άλλες ομάδες όπως τους Κωπηλάτες, τα Χαιτόγναθα, τα Ευφαυσεώδη, τα Σιφωνοφόρα είναι αποσπασματική.

Δυστυχώς και στην περίπτωση προσέγγισης της βιοποικιλότητας του φυτοπλαγκτού των Ελληνικών θαλασσών δεν έχουν δημοσιευτεί παρά ελάχιστες πληροφορίες δεδομένου ότι οι δημοσιευμένες εργασίες δεν έχουν ως στόχο την εκτίμηση της βιοποικιλότητας μιας περιοχής, αλλά στοχεύουν στη διερεύνηση ομοιοτήτων μεταξύ περιοχών. Έτσι τα αποτελέσματα παρουσιάζονται μετά από τη στατιστική επεξεργασία των βιοκοινωνιών. Τα δεδομένα που αναφέρονται στον Πίνακα 7 προέρχονται κυρίως από τεχνικές εκθέσεις και διδακτορικές διατριβές.

Ο αριθμός των ειδών των Ελληνικών θαλασσών αυξάνεται σταθερά, λόγω της προσθήκης από την έρευνα σε μη μελετημένες παλαιότερα βαθυμετρικές ζώνες ή γεωγραφικές περιοχές. Το 1985 ο αριθμός των μακροζωοβενθικών ειδών είχε εκτιμηθεί σε 1910 είδη (Nicolaidou & Zenetos 1985). Ακόμα και σε μελετημένες περιοχές, ο αριθμός των ειδών που καταγράφονται αυξάνεται εκθετικά με σχέση με την αύξηση της δειγματοληπτικής προσπάθειας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην παρουσία πολλών σπάνιων ειδών των οποίων η πιθανότητα συλλογής αυξάνεται με την εντατικότερη δειγματοληψία.

Η αλματώδης ανάπτυξη της θαλάσσιας βιολογίας τα τελευταία χρόνια συμβάλλει όλο και περισσότερο στην ανατροπή της καθιερωμένης μέχρι πρόσφατα αντίληψης ότι η Α. Μεσόγειος είναι φτωχή σε είδη. Η μελέτη κάθε ομάδας οργανισμών αποφέρει πρώτες αναφορές, όχι μόνο για την Ελλάδα και την Α. Μεσόγειο, αλλά και για ολόκληρη τη Μεσόγειο ακόμα και νέα είδη για την επιστήμη. Για παράδειγμα η μελέτη της πολυπληθούς ομάδας των Πολυχαίτων (776 Μεσογειακά είδη) απέφερε 56 νέες αναφορές για την Ελλάδα, 33 για την Ανατολική Μεσόγειο, 6 για τη Μεσόγειο και 3 νέα είδη (Σύμπουρα 1996).

Παρόλα αυτά, για την απόκτηση ολοκληρωμένης πληροφορίας για τη βιοποικιλότητα, είναι ανάγκη να υποστηριχθούν προσπάθειες για μελέτες προσανατολισμένες στο θέμα, όπως, για παράδειγμα, η ολοκληρωμένη ανάλυση των δειγμάτων πλαγκτού.

Στον ελλαδικό χώρο έχει καταγραφεί η πλειονότητα των μεσογειακών ειδών. Για παράδειγμα τα καλά μελετημένα Δίθυρα Μαλάκια αντιπροσωπεύονται στην Ελλάδα με 300 από τα 400 είδη της Μεσογείου (Zenetos 1997), τα Δεκάποδα Καρκινοειδή στο Αιγαίο με 242 από τα 328 (Koukouras et al. 1992, 1996a,b). Τα 3/4 των μεσογειακών ειδών ψαριών (638 είδη) έχουν αναφερθεί από τα ελληνικά νερά (Papakonstantinou 1988). Μικρότερη αντιπροσώπευση εμφανίζουν τα Eξακοράλλια (Ανθόζωα), από τα οπoία έχουν καταγραφεί 49 είδη στο Αιγαίο από ένα σύνολο 88 Μεσογειακών ειδών (Chintiroglou & Hartog 1995, Βαφείδης & Κούκουρας 1997).

 

 

Χωρική κατανομή της βιοποικιλότητας

Στον Πίνακα 8 περιλαμβάνεται η υπάρχουσα πληροφορία για τη χωρική κατανομή της θαλάσσιας βιοποικιλότητας στην Ελλάδα για το μακροζωοβένθος, το μεσοζωοπλαγκόν και το φυτοπλαγκτόν. Ακολουθούν παρατηρήσεις σε κάθε ένα από αυτά τα σύνολα.

Πίνακας 8

 

 

Μακροζωοβένθος

Εύρος Αριθμός

βαθών ειδών

Φυτοπλαγκτόν

Μεσοζωοπλαγκτόν

Κόλποι

       
         

Ν. Ευβοϊκός-Πεταλιοί

35-68

404

161

64

Αμβρακικός

12-57

208

   

Πατραϊκός

16-115

397

 

97

Λακωνικός

10-80

137

   

Κορινθιακός

20-860

566

   

Σαρωνικός

30-90

250

222

171

Ελευσίνας

10-90

157

 

60

Β. Ευβοϊκός

51-85

257

 

132

Μαλιακός

13-22

108

   

Παγασητικός

17-97

383

 

56

Θερμαϊκός

14-45

236

 

67

Θεσσαλονίκης

10-26

65

 

44

Στρυμονικός

8-86

243

   
         

Νησιά- Ακτές

       

Ρόδος

45-130

343

 

113

Σποράδες

9-40

407

   

Ιόνιο (Ήπειρος)

11-104

351

   

Κυκλάδες

75-200

329

   

Κρήτη

40-190

547

   
         

Κόλποι νησιών

       

Γέρας

6-40

504

   

Καλλονής

   

73

 

Θήρα

22-380

77

   

Μήλος

15-70

163

   

Μεσσαράς

200-1000

97

   

Αγ. Πελαγία (Κρήτη)

3-80

284

   
         

Ανοιχτές θάλασσες

       

Αιγαίου

95-208

98

   

Ν. Αιγαίο

310-1000

40

190

196

Β. Αιγαίο

200-1000

171

   

Κρητικό Πέλαγος

200-985

247

   

Ιόνιο Πέλαγος

   

131

135

Β.Δ. Λεβαντίνη

   

65

146

Λιβυκό

   

72

147

 

Η γνώση της βιοποικιλότητας των παράκτιων περιοχών και των κόλπων προέρχεται κυρίως από μελέτες που αφορούν στην επίδραση των ανθρωπογενών επεμβάσεων στο θαλάσσιο οικοσύστημα. Όπως φαίνεται στον Πίνακα 8, τα παράκτια οικοσυστήματα εμφανίζουν τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα μακροζωοβένθους. Από τους κόλπους, ο Κορινθιακός εμφανίζει το μεγαλύτερο αριθμό ειδών, πιθανά γιατί οι μελέτες επεκτάθηκαν σε μεγάλο εύρος βαθών. Ο Παγασητικός και ο Πατραϊκός παρουσιάζονται με παρόμοιο, υψηλό αριθμό μακροβενθικών ειδών. Ο Σαρωνικός, ο Β. Ευβοϊκός και ο Θερμαϊκός ακολουθούν. Είναι πολύ χαρακτηριστική η μείωση του αριθμού των ειδών στα τμήματα εκείνα των κόλπων που δέχονται ρύπους από το χερσαίο περιβάλλον, όπως είναι ο Κόλπος της Ελευσίνας και της Θεσσαλονίκης. Ο Μαλιακός Κόλπος εμφανίζει παρόμοια μείωση, που όμως έχει αποδοθεί στην επίδραση κυρίως της έντονης ιζηματογένεσης στην περιοχή (Kormas et al. in press).

Στις ακτές και τους κόλπους των νησιών η βιοποικιλότητα μακροζωοβένθους είναι αυξημένη. Η ηπειρωτική κρηπίδα της Κρήτης που έχει μελετηθεί διεξοδικά κατά μήκος όλων των ακτών του νησιού (Καρακάσης 1991) εμφανίζει τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα. Η στρατηγική δειγματοληψίας ήταν τέτοια που καλύφθηκε το 86-95% της θεωρητικά αναμενόμενης τιμής αριθμού ειδών. Βρισκόμαστε λοιπόν στην περίπτωση αυτή πολύ κοντά στο συνολικό αριθμό ειδών μακροζωοβένθους μαλακού υποστρώματος. Ενδιαφέρον εμφανίζει ο κόλπος της Γέρας που, παρόλη την ανθρωπογενή επίδραση, έχει μεγάλη βιοποικιλότητα, που αποδίδεται εν μέρει στην εντατική μελέτη για σειρά ετών. Αντίθετα, το Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου Β. Σποράδων εμφανίζει υψηλή βιοποικιλότητα, αν και τα στοιχεία στηρίζονται σε μία μόνο δειγματοληψία σε μικρό σχετικά πλέγμα σταθμών με μεγάλη όμως ετερογένεια (Simboura et al. 1995). Οι Κυκλάδες και η Ρόδος ακολουθούν, ενώ τέλος η Θήρα και ο Κόλπος της Μεσσαράς εμφανίζουν μειωμένο αριθμό ειδών, είτε λόγω ειδικών ιζηματολογικών συνθηκών (Θήρα), είτε λόγω της δειγματοληψίας σε βάθη πέρα από την ηπειρωτική κρηπίδα (Κόλπος Μεσσαράς).

Για το ζωοπλαγκτόν η εικόνα δεν είναι η ίδια με εκείνη του μακροβένθους. Αντίστοιχες περιοχές δεν έχουν μελετηθεί (π.χ. Κορινθιακός Κόλπος), αλλά και ο βαθμός ανάλυσης των δειγμάτων (όλο το δείγμα ή μέρος αυτού) ποίκιλε από περιοχή σε περιοχή ανάλογα με τους σκοπούς της μελέτης. Ένας επιπλέον λόγος είναι η έκταση, χρονική και χωρική, της δειγματοληψίας για την κάλυψη των βιοτόπων και των εποχιακών διακυμάνσεων. Έτσι, ο Σαρωνικός φαίνεται να έχει το μεγαλύτερο αριθμό ειδών, πιθανόν γιατί οι μελέτες κάλυπταν χωρικά το σύνολο της περιοχής, η οποία παρουσιάζει μεγάλη μορφολογική και υδρολογική διαφοροποίηση. Επίσης, ο Σαρωνικός αποτελεί τη μοναδική ελληνική περιοχή στην οποία έγιναν μηνιαίες δειγματοληψίες μεσοζωοπλαγκτού για περισσότερα από ένα χρόνια (Σιώκου-Φράγκου 1993). Ακολουθεί ο Β. Ευβοϊκός, για τον οποίο ισχύει ο πρώτος λόγος. Μειωμένος εμφανίζεται ο αριθμός των ειδών στο Θερμαϊκό και στον Παγασητικό κόλπο, γεγονός που πρέπει να αποδοθεί τόσο στον περιορισμένο σε συχνότητα αριθμό δειγματοληψιών (μόνο σε 4 εποχές, αν και οι πλαγκτονικές βιοκοινωνίες χαρακτηρίζονται από πολύ πιο συχνές μεταβολές), όσο και στη μη εξαντλητική ανάλυση των δειγμάτων. Οι κόλποι της Θεσσαλονίκης και της Ελευσίνας παρουσιάζουν ελαττωμένη βιοποικιλότητα γεγονός που αποδίδεται στην επίδραση της ρύπανσης.

Για τις παράκτιες περιοχές των νησιών υπάρχουν πολύ λίγα δεδομένα μεσοζωοπλαγκτού, κυρίως για τις βορειοδυτικές ακτές της Ρόδου. Παρόλο που η πληροφορία προέρχεται από πολύ μικρότερο αριθμό δειγμάτων (5 σταθμοί σε 4 εποχές) σε σχέση με αυτόν του Σαρωνικού κόλπου, είναι αξιοσημείωτος ο μεγάλος αριθμός των ειδών που αποδίδεται, αφενός στον εμπλουτισμό της παράκτιας αυτής περιοχής με είδη ανοιχτής θάλασσας, και αφετέρου στη θέση της περιοχής στο σύνορο δύο θαλασσών, του Αιγαίου πελάγους και της Λεβαντίνης (Siokou-Frangou & Papathanassiou 1989).

Στο στρώμα 0-100 μέτρα, ο αριθμός των ζωοπλαγκτονικών ειδών εμφανίζεται γενικά υψηλότερος στα πελάγη. Αυτό βέβαια είναι αναμενόμενο, λόγω της έκτασης των περιοχών σε σχέση με τους κόλπους, αλλά και λόγω των πολλαπλών ενδιαιτημάτων που προσφέρουν. Επιπλέον στις ανοιχτές θάλασσες γύρω από την Ελλάδα βρέθηκαν και είδη που πιθανόν μετανάστευσαν στη Μεσόγειο. Το Αιγαίο Πέλαγος φαίνεται να έχει τον υψηλότερο αριθμό ειδών, πιθανόν γιατί παρουσιάζει μεγαλύτερη διαφοροποίηση περιβάλλοντος (διαφορές Β. και Ν. Αιγαίου όσον αφορά μορφολογία, υδρολογία, κυκλοφορία), αλλά και λόγω των σχέσεων με γειτονικές θάλασσες.

Παρόμοιες επιφυλάξεις με εκείνες που αναφέρθηκαν για το ζωοπλαγκτόν ισχύουν και για το φυτοπλαγκτόν. Για παράδειγμα ο αριθμός των φυτοπλαγκτονικών ειδών που αναφέρεται για το Αιγαίο και το Ιόνιο είναι μεγαλύτερος από εκείνον του Λυβικού και της Λεβαντίνης γιατί προέρχεται από μεγαλύτερο αριθμό δειγμάτων. Ο μέγιστος αριθμός ειδών (222) όλων των περιοχών εμφανίζεται στο Σαρωνικό, γεγονός που οφείλεται στο μεγάλο αριθμό δειγμάτων που μελετήθηκάν στα πλαίσια διδακτορικής διατριβής (Πάγκου 1994). Ακολουθούν οι ακτές της Ρόδου και ο Ν. Ευβοϊκός Κόλπος, περιοχές που δέχονται άμεσα την επίδραση της ανοιχτής θάλασσας. Ο ελάχιστος αριθμός φυτοπλαγκτονικών ειδών φαίνεται να φιλοξενείται στον Κόλπο της Καλλονής, μια μικρή και κλειστή περιοχή. Παρόλο που δεν υπάρχουν λεπτομερή στοιχεία αυτή τη στιγμή, ο αριθμός των φυτοπλαγτονικών ειδών δεν φαίνεται να ελαττώνεται σημαντικά λόγω της ρύπανσης, όπως παρατηρείται στο ζωοπλαγκτόν και το βένθος. Σχετικά υψηλούς δείκτες ποικιλότητας εμφανίζονται ακόμα και μέσα στον Κόλπο της Ελευσίνας.

 

 

Κάθετη κατανομή της βιοποικιλότητας

 

Ζωοβένθος

Αν και γενικά η ηπειρωτική κρηπίδα θεωρείται ότι φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό μακροβενθικών ζώων μαλακού υποστρώματος, υπάρχει μια σταθερή μείωση του αριθμού των ειδών όσο αυξάνεται το βάθος. Στην καλά μελετημένη ηπειρωτική κρηπίδα της Κρήτης, για παράδειγμα, ο αριθμός των ειδών μειώνεται σύμφωνα με τον Πίνακα 9 (Καρακάσης 1991).

 

Πίνακας 9

 

 

Βάθος (μ)

Αριθμός ειδών μακροζωοβένθους

   

40

373

70

340

100

251

130

257

160

214

190

148

 

Πλουσιότερος φαίνεται ο Κορινθιακός Κόλπος, όπου επίσης εμφανίζεται το ίδιο πρότυπο βαθυμετρικής κατανομής, αλλά με αυξημένη ποικιλία μακροβενθικών ειδών. Πρόσφατα καταγράφηκαν οι παρακάτω τιμές 23-70 μέτρα (447 είδη), 71-150 μέτρα (312 είδη) 151-200 μέτρα (126 είδη) 201-360 μέτρα (83 είδη), 500-700 μέτρα (80 είδη) και 800-860 μέτρα (53 είδη) (ΕΚΘΕ 1995).

Αν και για τους βυθούς με βάθη μεγαλύτερα των 200 μέτρων οι μελέτες ακόμα είναι ελάχιστες, φαίνεται ότι η κατά βάθος κατανομή του αριθμού των ειδών ακολουθεί το παραπάνω πρότυπο. Το μακροβένθος παρουσιάζει εκθετική μείωση του αριθμού των ειδών σε σχέση με το βάθος. Στο Κρητικό Πέλαγος η ανώτερη ηπειρωτική κρηπίδα φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό ειδών (στα 40 μέτρα 72 είδη) που κάθετα μειώνεται στα βαθύτερα σημεία (στα 100 και 500 μέτρα 33 και 22 είδη αντίστοιχα) για να φτάσουμε στα 8 μόνο είδη στα 1600 μέτρα βάθος (Tselepides et al. 1997). Στην ίδια περιοχή η μεγαπανίδα αντίστοιχα εμφάνισε 40 είδη στα 40 μέτρα βάθος, 25 στα 100-200 μέτρα, 20 στα 500-700 και λιγότερα από 10 στα 1000 μέτρα βάθος (Smith et al. 1997).

 

Φαίνεται λοιπόν ότι παρόλη τη φτωχή βιοποικιλότητα των βαθιών νερών, έχει ανασκευαστεί μερικά μια παλιά αντίληψη που θεωρούσε τις περιοχές αυτές της Α. Μεσογείου ερήμους από την άποψη του βένθους. Η εικόνα που διαθέτουμε σήμερα ίσως βελτιωθεί με μελλοντικές μελέτες, εφόσον η παράλληλη με τη βιολογική ποικιλότητα δραματική μείωση της βιομάζας, φανερώνει ότι ίσως πρόκειται για πληθυσμούς ζώων με τρομερά μικρή αφθονία πράγμα που εμποδίζει την αντιπροσώπευση τους στα βενθικά δείγματα. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βαθιά νερά της Μεσογείου (βάθη μεγαλύτερα από 200 μέτρα) είναι φτωχά σε ενδημικά είδη δεν αναμένεται από μελλοντικές μελέτες να ανατραπεί το γενικό σχήμα που περιγράφηκε παραπάνω. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το σχήμα αυτό είναι ακριβώς αντίθετο από εκείνο που περιγράφεται για άλλες θαλάσσιες περιοχές π.χ. Ατλαντικός όπου τα βαθιά νερά φιλοξενούν μια αυξημένη βιοποικιλότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη της βιοποικιλότητας μιας περιοχής έχουν τα λεγόμενα έγκλειστα, όπως είναι οι υποβρύχιες σπηλιές που λόγω των ειδικών συνθηκών (ελάττωση φωτεινής ακτινοβολίας και υδροδυναμικής) φιλοξενούν οργανισμούς βαθύτερων στρωμάτων, αυξάνοντας έτσι τη συνολική βιοποικιλότητα της. Οι Σπόγγοι για παράδειγμα εμφανίζουν εκεί το μεγαλύτερο αριθμό ειδών (Βουλτσιάδου-Κούκουρα 1986).

 

Ζωοπλαγκτόν

 

Σύμφωνα με την υπάρχουσα πληροφορία, ο αριθμός των ζωοπλαγκτονικών ειδών αυξάνεται στο στρώμα 50-100μ σε σχέση με το υπερκείμενο, ενώ ακολουθεί σταδιακή μείωση με το βάθος στα υποκείμενα στρώματα. Αυτό το πρότυπο κατανομής έχει παρατηρηθεί και στη Δυτική Μεσόγειο. Κύριο χαρακτηριστικό της ζωοπλαγκτονικής πανίδας της Μεσογείου είναι η απουσία πραγματικών βαθυπελαγικών ειδών και η εξάπλωση μεσοπελαγικών ειδών και στο βαθυπελαγικό στρώμα. Αυτή η παρατήρηση ισχύει και για τις ανοιχτές θάλασσες που περιβάλλουν την Ελλάδα. Εξάλλου η εξαιρετικά μειωμένη βιομάζα των βαθύτερων στρωμάτων εμποδίζει των αντιπροσωπευτική συλλογή των ειδών, τουλάχιστον με τους κοινώς χρησιμοποιούμενους δειγματολήπτες (δίχτυα πλαγκτού συρόμενα κατακόρυφα).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ζωοπλαγκτονική πανίδα στις τάφρους τόσο παράκτιων περιοχών όσο και της ανοιχτής θάλασσας. Συγκεκριμένα, στην τάφρο της Επιδαύρου στο Σαρωνικό κόλπο και στην τάφρο των Γιάλτρων στο Β. Ευβοϊκό, βρέθηκαν δύο είδη Κωπηπόδων και δύο είδη Ευφαυσεωδών τα οποία είναι κοινά είδη στο Β. Ατλαντικό, αλλά εξαιρετικά σπάνια στη Μεσόγειο. Η παρουσία τους στις τάφρους θα πρέπει να μελετηθεί σε συνδυασμό με τη γεωλογία της κάθε περιοχής. Επίσης η ύπαρξη της τάφρου του Β. Αιγαίου πιθανόν παρουσιάζει ιδιαίτερο πανιδικό ενδιαφέρον.

 

 

Λιμνοθάλασσες

Οι λιμνοθάλασσες παρουσιάζουν μεγάλες ημερήσιες και εποχιακές διακυμάνσεις των φυσικοχημικών τους χαρακτηριστικών και για το λόγο αυτό επιβιώνουν συνήθως μόνο ευρύθερμα και ευρύαλα είδη με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μικρή συνήθως υδρόβια βιοποιλότητα. Εντούτοις οι λιμνοθάλασσες παρουσιάζουν, ανάλογα με το βαθμό απομόνωσης τους από τη θάλασσα, μια διαβάθμιση ζωικών βιοκοινωνιών. Στη Μεσόγειο έχει προταθεί ένα σύστημα 6 ζωνών. Παρουσιάζεται μια βαθμιαία ελάττωση του αριθμού των ειδών από τη ζώνη Ι που βρίσκεται σε άμεση γειτονία με τη θάλασσα προς την εσωτερικότερη ζώνη VI που, ανάλογα με την τροφοδότηση της λιμνοθάλασσας με γλυκό νερό, μπορεί να φιλοξενεί είτε είδη του γλυκού νερού είτε να αποκλείονται όλα τα ζώα της θάλασσας, με εξαίρεση το Καρκινοειδές Artemia που αντέχει σε υπεράλμυρα νερά και σε νερά αλυκών (Guelorget & Perthuisot 1983). Η παραπάνω ζώνωση στη κατανομή του βένθους συνοδεύεται από μια αντίστοιχη των οργανισμών του πλαγκτού και των ψαριών, χωρίς όμως σαφώς καθορισμένα όρια μεταξύ των περιοχών, γιατί τα ζώα αυτά είτε μπορούν να προσαρμόζουν τον κύκλο ζωής τους σύμφωνα με τις υπάρχουσες περιβαλλοντικές συνθήκες, είτε μπορούν να μετακινούνται. Αντιστρόφως ανάλογη με την παραπάνω κατανομή του αριθμού των ειδών εμφανίζεται η κατανομή της βιομάζας.

Λόγω της διαφορετικής μορφολογίας, του βαθμού αποκλεισμού από τη θάλασσα, του βαθμού και του τρόπου εκμετάλλευσής τους από τον άνθρωπο και της εισροής γλυκού νερού, φερτών υλικών και θρεπτικών από τη χέρσο, οι ελληνικές λιμνοθάλασσες, παρόλο που εμφανίζουν μερικά βασικά κοινά χαρακτηριστικά, αποτελούν η κάθε μια ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα. Οι μελετημένες στην Ελλάδα λιμνοθάλασσες εμφανίζονται στον Πίνακα 10 (Reizopoulou et al. in press, Κουτσούμπας et al. 1997). Γενικά παρατηρείται ένας χαμηλός αριθμός μακροβενθικών ειδών σε σχέση με τη θάλασσα. Στον Αμβρακικό, η λιμνοθάλασσα Τσοπέλι εμφανίζεται σαφώς να πλεονεκτεί από την άποψη του αριθμού των μακροβενθικών ειδών και το φαινόμενο αυτό έχει αποδοθεί στην παρουσία φυτικής βλάστησης που προσφέρει ποικιλία ενδιαιτημάτων. Το Μεσολόγγι, η μεγαλύτερη ελληνική λιμνοθάλασσα, παρουσιάζει επίσης αυξημένη σχετικά βιοποικιλότητα που σχετίζεται με το μέγεθος και τη διαμόρφωσή της.

 

Πίνακας 10

 

 

Λιμνοθάλασσα

Αριθμός ειδών μακροζωοβένθους

   

Λογαρού

49

Μάζωμα

45

Πογωνίτσα

58

Τσοπέλι

82

Τσουκαλιό-Ροδιά

49

Γιάλοβα

86

Βιβάρι Αργολικού

64

Μεσολόγγι

118

 

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα στοιχεία για το ζωοπλαγκτόν των ελληνικών λιμνοθαλασσών. Περιορισμένη πληροφορία υπάρχει για το Μεσολόγγι. Η αναγνώριση των ειδών είναι δύσκολη λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης βιβλιογραφίας για τα είδη λιμνοθαλασσών Μεσογείου.

Δύο σημεία θα πρέπει να τονιστούν σε σχέση με την εκτιμούμενη βιοποικιλότητα στις λιμνοθάλασσες. Πρώτο, όπως είναι φανερό, λόγω της ζώνωσης τα στοιχεία θα πρέπει να προέρχονται από ένα καλά σχεδιασμένο δίκτυο σταθμών. Δεύτερο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έντονη εποχιακή διακύμανση του αριθμού των ζωοβενθικών ειδών. Το μέγιστο των ειδών εμφανίζεται το καλοκαίρι, μειώνεται έντονα το φθινόπωρο και σταδιακά αυξάνεται από το χειμώνα προς την άνοιξη. Έντονες επίσης διακυμάνσεις εμφανίζονται μεταξύ των ετών, είναι όμως μικρότερου εύρους από τις διακυμάνσεις στο χώρο.

Είναι κατανοητό από τα παραπάνω, ότι διαχειριστικές επεμβάσεις στις λιμνοθάλασσες που στοχεύουν στην καλύτερη κυκλοφορία του θαλασσινού νερού, αυξάνουν τη βιοποικιλότητα σε βενθικούς και πλαγκτονικούς οργανισμούς. Για παράδειγμα, στο Τσοπέλι προστέθηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια 20 νέα είδη μακροζωοβένθους, και στο Βιβάρι του Αργολικού Κόλπου 18 (Πέτρου 1997). Όμως, η παράλληλη μείωση της βιομάζας μπορεί να επιδράσει αρνητικά και στους θηρευτές τους, τα ψάρια και τα πουλιά .

Οι εκβολικές περιοχές μεγάλων ποταμών εμφανίζουν επίσης ελαττωμένη βιοποικιλότητα. Τα μόνα στοιχεία μακροβενθικης πανίδας προέρχονται από τη μελέτη της μεσοπαραλιακή ζώνης του Στρυμόνα και του εκβολικού συστήματος Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα, από όπου καταγράφηκαν 24 είδη. Στην υποπαραλιακή ζώνη του Στρυμόνα έχουν καταγραφεί 13 είδη ενώ πολύ καλύτερα συγκροτημένη εμφανίζεται εκείνη των εκβολών και λιμνοθαλασσών του Έβρου με 58 είδη (στον Γκούβη 1998) .

 

 

Προστατευόμενες περιοχές

Το πρώτο και μόνο θαλάσσιο πάρκο στην Ελλάδα, το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων αποτελείται από ένα σύμπλεγμα νησιών με βραχώδεις ακτές, μικρούς και μεγάλους κόλπους και θαλάσσιες σπηλιές. Η ηπειρωτική κρηπίδα είναι πολύ στενή γύρω από τα νησιά και το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Πάρκου αποτελεί ένας τεράστιος όγκος θαλασσινού νερού με μεγάλα βάθη. Στα Δυτικά περιλαμβάνει τμήμα της λεκάνης των Σποράδων που φτάνει σε βάθη μεγαλύτερα από 1400 μέτρα, ενώ στα Ανατολικά τα βάθη δεν ξεπερνούν τα 600 μέτρα. Η ίδρυση του Πάρκου σχετίζεται κυρίως με την προστασία του έντονα απειλούμενου είδους φώκιας Monachus monachus και οι πληροφορίες για τη βιοποικιλότητα της περιοχής που υποστηρίζει την επιβίωσή της προέρχονται μόνο από σποραδικές έρευνες. Μέχρι τώρα έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει στην περιοχή μια μεγάλη ποικιλία βιοτόπων σκληρού και μαλακού υποστρώματος με υψηλή οικολογική αξία. Έχουν αναφερθεί 175 είδη μεγαπανίδας και 407 είδη ή ανώτερες ταξινομικές μονάδες μακροβένθους από μια ποικιλία οικοτόπων σκληρού και μαλακού υποστρώματος σε εύρος βαθών 2-40 μέτρα. Για την ιχθυοπανίδα έχουν καταγραφεί 122 είδη (9 είδη Χονδριχθύων και 113 είδη Οστεϊχθύων). Τα θαλάσσια θηλαστικά που έχουν αναφερθεί, εκτός από τη φώκια, είναι 4. Έτσι, το σύνολο της καταγραμμένης θαλάσσιας πανίδας του Πάρκου ξεπερνά σήμερα τα 700 είδη. Το υλικό που έχει συλλεχθεί από την περιοχή απέδωσε ένα νέο είδος για την επιστήμη και πολλές πρώτες αναφορές για την Α. Μεσόγειο ή το Αιγαίο. Πιο πρόσφατες δειγματοληψίες (1994-) που έχουν εστιάσει στις βενθικές βιοκοινωνίες του μεσογειακού ενδημικού φανερόγαμου Posidonia oceanica, έχουν καταγράψει 133 οικογένειες ή ανώτερες ταξινομικές ομάδες ασπονδύλων. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ούτε η ένταση ούτε η έκταση των μέχρι τώρα ερευνών είναι ικανοποιητική. Τα στοιχεία για το πλαγκτόν λείπουν, ενώ είναι τελείως άγνωστη η ασπόνδυλη πανίδα σε βάθη μετά τα 40 μέτρα (Κούκουρας et al. 1985, Simboura et al. 1995, και αδημοσίευτα στοιχεία).

 

 

Ποκιλότητα θαλάσσιων βιοκοινωνιών

Για τη Μεσόγειο έχει αναπτυχθεί ένα σύστημα χαρακτηρισμού των βιοκοινωνιών βένθους. Αναφέρονται 31 βιοκοινωνίες (Dauvin 1994) που κατανέμονται στο χώρο ανάλογα με το υπόστρωμα, το βάθος και τις ειδικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Είναι επόμενο, λόγω του έντονου ανάγλυφου και του μωσαϊκού των υποστρωμάτων του βυθού, να αντιπροσωπεύονται οι βιοκοινωνίες αυτές και στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, λόγω των διαφορετικών συνθηκών των ελληνικών περιοχών σε σχέση με την περιοχή περιγραφής τους (Δ.Μεσόγειος), αλλά κυρίως λόγω της ενυπάρχουσας δυναμικής φύσης των βιοκοινωνιών, η αναφορά στο σύστημα αυτό δεν προσφέρει παρά μία γενική περιγραφή. Η ποιοτική και ποσοτική συγκρότηση των βιοκοινωνιών (με μέτρο τους δείκτες ποικιλότητας και ομοιογένειας) και η σύγκριση μεταξύ τους (με μέτρο τον δείκτη ομοιότητας) μπορούν να προσφέρουν τα μέσα για μια πραγματική διάκριση των βιοκοινωνιών. Στα ελληνικά νερά, η συνεύρεση πολλών σπάνιων ειδών σε μια βιοκοινωνία, μειώνει τη σημασία χαρακτηρισμού της με βάση μόνο ελάχιστα χαρακτηριστικά είδη.

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τα ειδικά βενθικά περιβάλλοντα των γεωθερμικών αναβλύσεων με υψηλή θερμοκρασία, αλατότητα και μεγάλες συγκεντρώσεις υδροθείου. Στην Ελλάδα υπάρχουν σε παράκτιες περιοχές και γύρω από νησιά όπως η Μήλος, η Σαντορίνη και η Νίσυρος. Η βενθική πανίδα μιας υδροθερμικής ανάβλυσης στο Παλαιοχώρι της Μήλου διαφοροποιείται σταδιακά από εκείνη του περιβάλλοντος χώρου όσο πλησιάζουμε προς το σημείο ανάβλυσης. Μόνο δύο είδη εμφανίζονται σταθερά στο σημείο ανάβλυσης που εκμεταλλεύονται την τροφή από νεκρά ή ημιθανή ζώα, λόγω της εκπομπής του τοξικού υδροθείου. Φαίνεται ότι στις παράκτιες αναβλύσεις του Αιγαίου η βιοκοινωνία δεν στηρίζεται σε βακτηριοφάγα είδη όπως συμβαίνει στις αναβλύσεις των μεγάλων βαθών που έχουν μέχρι τώρα μελετηθεί (Τhiermann et al. 1997).

Όσον αφορά στο πλαγκτόν, η διάκριση σε βιοκοινωνίες παράκτιες και ανοιχτής θαλάσσης γενικά ισχύει. Όμως, όπως έχει φανεί μέχρι σήμερα, οι μάζες νερού με ιδιαίτερα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, καθορίζουν τη σύνθεση των πλαγκτονικών βιοκοινωνιών με αποτέλεσμα οι τελευταίες να ακολουθούν την κατανομή των υδάτινων μαζών στο χώρο και το χρόνο.

 

 

Ενδοειδική βιοποικιλότητα θαλασσίων οργανισμών

Ελάχιστα στοιχεία είναι διαθέσιμα. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στον πελαγικό ξιφία οι γονότυποι από πέντε διαφορετικούς ελληνικούς πληθυσμούς δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές (στο μιτοχονδριακό DNA), τόσο μεταξύ τους, όσο και με άλλους πληθυσμούς της Μεσογείου και της Ατλαντικής περιοχής κοντά στο Στενό του Γιβραλτάρ (Magoulas et al. 1993). Η κουτσομούρα (Mullus barbatus) εμφανίζει σημαντικές διαφορές μεταξύ των επτά πληθυσμών των ελληνικών θαλασσών σε μια σειρά από μορφολογικούς χαρακτήρες, με ομοιότητες σε πληθυσμούς από γεωγραφικά γειτονικές περιοχές. Αντίθετα, δεν έχει παρατηρηθεί αντίστοιχη γενετική ποικιλότητα μεταξύ των ίδιων πληθυσμών (με βάση τα ένζυμα και το μιτοχονδριακό DNA) (Μαμούρης et al. 1997). Σε είδη Αμφιπόδων της υπερπαραλιακής ζώνης νησιών του Αιγαίου εμφανίζεται διαφορετικό επίπεδο γενετικής απόστασης των πληθυσμών τους (με βάση τα ενζυμικά πρότυπα) που αποδίδεται στη διαφορετική ικανότητα και πιθανότητα διασποράς των ειδών (De Matthaeis et al. in press).

 

 

Προβλεπόμενες αλλαγές στην παρούσα εκτίμηση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας

Μείωση βιοποικιλότητας μιάς περιοχής μπορεί να προέλθει από:

 

  1. Ρύπανση. Η διαταραχή που προκαλεί η ρύπανση έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των περισσοτέρων σπάνιων ειδών και την επικράτηση λίγων ανθεκτικών. Η μακροχρόνια επίδραση της ρύπανσης γίνεται φανερή σε βενθικά είδη και πλαγκτονικά είδη που αποτελούν είδη-δείκτες. Μια μέση σύσταση του μακροζωοβένθους μαλακού υποστρώματος από την άποψη του αριθμού ειδών, περιλαμβάνει, στις ελληνικές θάλασσες, Πολύχαιτους (40-55%), Μαλάκια (15-25%), Καρκινοειδή (10-20%), Εχινόδερμα (5-8%) και λοιπές ομάδες(5-10%). Στις ρυπαινόμενες περιοχές τα Εχινόδερμα, Καρκινοειδή και διάφορες μικρές ομάδες ελαττώνονται δραματικά με συνέπεια, οι μειωμένης συνολικής βιοποικιλότητας βιοκοινωνίες να αποτελούνται κυρίως από Πολύχαιτους (70-90%) και Μαλάκια (10-20%). Αντίστοιχα, σε ρυπασμένες περιοχές έχει παρατηρηθεί σημαντική μείωση του αριθμού των ειδών του ζωοπλαγκτού, ενώ δεν παρατηρείται το ίδιο στο φυτοπλαγτκόν. Εκεί, μερικές ζωοπλαγκτονικές ομάδες (Χαιτόγναθοι, Βυτιοειδή, Σάλπες, Σιφωνοφόρα, Πτερόποδα και Οστρακώδη) δεν αντιπροσωπεύονται παρά με ελάχιστα σποραδικά άτομα. Αντίθετα αυξάνεται υπέρμετρα η αφθονία των Κωπηπόδων (ως και 99,5%) ή των Κλαδοκεραιωτών. Ελάττωση του αριθμού των ειδών παρατηρείται επίσης στα μακροφύκη των ρυπασμένων περιοχών (Ορφανίδης et al. 1997)
  2.  

  3. Αλιεία. Η μελέτη της επίδρασης της αλιείας είναι πολύ περιορισμένη. Προκαταρκτικά αποτελέσματα σε αλιευτικά πεδία δείχνουν ότι, εκτός από την άμεση επίδραση στους αλιευόμενους ιχθυοπληθυσμούς, προκαλούνται αλλαγές στους πληθυσμούς ψαριών και ασπονδύλων που συλλέγονται και απορρίπτονται στη θάλασσα. Υπάρχουν ενδείξεις επίσης για έμμεσες επιδράσεις της διαδικασίας αλίευσης με μηχανότρατα λόγω της επαναιώρησης του ιζήματος. Στα αλιευτικά πεδία της ηπειρωτικής κρηπίδας αλλαγές στη βιοποικιλότητα θα πρέπει να αναμένονται κυρίως στις περιοχές που αποτελούν νέα αλιευτικά πεδία. Τα παράκτια, ήδη αλιευόμενα πεδία, έχουν αποκτήσει ήδη μια δομή βιοκοινωνιών προσαρμοσμένη στη διατάραξη (ΕΚΘΕ 1997). Η αλιεία όμως σε βαθύτερα νερά (200-450 μέτρα) περικλείει μεγαλύτερους κινδύνους για τη βιοποικιλότητα, λόγω της πτωχείας των βυθών αυτών, τόσο από την άποψη αφθονίας, όσο και του αριθμού ειδών. Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε την επίδραση των παρασυρόμενων αφρόδιχτων στην πανίδα των σπονδυλωτών (ερπετών και θηλαστικών).
  4.  

  5. Διαχειριστικές επεμβάσεις και δραστηριότητες στα παράκτια οικοσυστήματα που έχουν ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την απώλεια ή τον περιορισμό ειδών-κλειδιών, όπως για παράδειγμα της Posidonia oceanica, που αποτελεί ανώτατη βιοκοινωνική βαθμίδα (κλίμακα) για τα θαλάσσια οικοσυστήματα.

 

Αύξηση της εκτιμούμενης παρούσας βιοποικιλότητας στη θάλασσα αναμένεται να προέλθει από:

 

  1. Ένταση μελέτης με την εξειδίκευση μελετών που θα στοχεύουν στην καταγραφή του συνόλου των ομάδων οργανισμών μιας συγκεκριμένης περιοχής και συγκέντρωση των υπαρχόντων στοιχείων σε τράπεζα δεδομένων.
  2.  

  3. Εξειδίκευση ερευνητών ειδικά σε ομάδες οργανισμών που σήμερα δεν μελετώνται (μειοβένθος, μικροζωοπλαγκτον, μικροφυτοβένθος).
  4.  

  5. Επέκταση δειγματοληπτικής προσπάθειας σε λιγότερο μελετημένες περιοχές ή βάθη.
  6.  

  7. Περιορισμό των επεμβάσεων που προκαλούν μείωση της βιοποικιλότητας όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.
  8.  

  9. Ανάπτυξη της έρευνας της γενετικής ποικιλότητας και ειδικά σε ομάδες οργανισμών με ελαττωμένο μηχανισμό διασποράς.
  10.  

  11. Εισαγωγή ειδών, είτε φυσικά μέσω της Λεσσεψιανής μετανάστευσης από την Ερυθρά Θάλασσα, είτε από τον άνθρωπο, τυχαία ή εσκεμμένα. Η προσθήκη νέων ειδών, παρόλο που θα προσθέσει έναν μικρό αριθμό ειδών στο συνολικό κατάλογο των ελληνικών θαλασσών, μπορεί τοπικά να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές αν πρόκειται για είδη που μπορούν επιτυχώς να ανταγωνιστούν τα ιθαγενή ή να προκαλέσουν αλλαγές στις τροφικές σχέσεις μέσα στα οικοσυστήματα.

 

 

Βιβλιογραφία

Βαφείδης Δ. & Κούκουρας A. 1997. Συμβολή στη μελέτη των τάξεων Ceriantharia, Antipatharia και Zoantharia (Anthozoa, Cnidaria) του Αιγαίου Πελάγους. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συμποσίου Ωκεανογραφίας και Αλιείας, Τόμος Ι: 483-485.

Bellan-Santini D. & Poisat C. 1994. Les biocenoses marines et littoral de Méditerranée, synthese, menacés et perspectives. Coll. Partimoines Naturel, vol 19-Paris, Secretariat Faune-Flore/MNHN: 246p.

Βουλτσιάδου-Κούκουρα Ε. 1986. Συστηματική, ζωογεωγραφική και οικολογική μελέτη των Δημοσπόγγων της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας του Βορείου Αιγαίου. Διδακτορική διατριβή Α.Π.Θ., Επιστημονική Επετηρίδα της Σχολής Θετικών Επιστημών. Παράρτημα 54, Τόμος 23, 493 σελ., Θεσσαλονίκη.

Chintiroglou Ch. & den Hartog J.C. 1995. Additional records of Actiniaria (Anthozoa) from Greece. Zool. Med. Leiden, 69: 353-364.

Dauvin J.Cl. (coordinnateur) et al. 1994. Typologie des ZNIEFF-Mer, list des paramètres et des biocenoses des côtes francaises metropolitaines. Coll. Pertimoines Naturels, Vol. 12-Paris, Secretariat Faune-Flore/MNHN: 70 p.

De Matthaeis E., Davolos D. & Cobolli M. in press. Genetic divergence between populations and species of talitrids from Aegean islands. J. Heredity.

Economidis P. 1973. Catalogue des Poissons de la Grèce. Hellenic Oceanol. Limnol., 11:421-598.

ΕΚΘΕ 1995. Μελέτη επιπτώσεων στις βενθικές βιοκοινωνίες του Κορινθιακού Κόλπου από τα κατάλοιπα επεξεργασίας βωξίτη. Τεχνική Έκθεση, 93 σελ.

EKΘΕ 1997. Trawling impact on benthic ecosystems (TR.I.B.E.). Final Report.

Guelorget O. & Perthuisot J.-P. 1983. Le domaine peralique. Expressions geologiques, biologiques et économiques du confinement. Trav. Lab. Geol. ENS, Paris, 232 p.

Γκούβης Ν.Α. 1988. Ποιοτική και ποσοτική μελέτη της βενθικής μακροπανίδας της εκβολικής περιοχής του ποταμού Εβρου. Διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ. Επιστημονική Επετηρίδα του Βιολογικού Τμήματος της Σχολής Θετικών Επιστημών, Παράρτημα αρ. 12, 188 σελ.

Καρακάσης Ι. 1991. Συμβολή στη μελέτη του βενθικού οικοσυστήματος της υφαλοκρηπίδας της Κρήτης. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 195 σελ.

Kormas K.A., Thessalou-Legaki M. & Nicolaidou A. in press. Is water productivity in an Aegean environment reflected to its benthic assemblages? Proceedings of the 30th European Marine Biology Symposium.

Koukouras A., Doulgeraki S., Kitsos M.-C. & Papaconstantinou C. 1996. Some information on the pelagic shrimps of the Aegean. 6th Colloquium Crustacea, Decapoda Mediterranea, Abstract volume: 50-51.

Koukouras A., Dounas C. & Türkay M. 1996. New interesting information on the Aegean Decapod Crustacean fauna. 6th Colloquium Crustacea, Decapoda Mediterranea, Abstact volume: 50.

Koukouras A., Dounas C. Türkay M. & Voultsiadou-Koukoura E. 1992. Decapod Crustacean fauna of the Aegean Sea: New information, check list, affinities. Senckenbergiana marit., 22:217-244.

Κούκουρας Α., Οικονομίδης Π., Ντούνας Κ., Χιντήρογλου Χ., Βουλτσιάδου Ε., Γκούβης N. & Κουτσούμπας Δ. 1985. Ποιοτική μελέτη των βενθικών οργανισμών σκληρού και μαλακού υποστρώματος και καταγραφή της ιχθυοπανίδας των Β. Σποράδων. Τελική Έκθεση, 61 σελ.

Κουτσούμπας Δ. 1992. Συμβολή στη μελέτη των πανίδας των Γαστεροπόδων του Β. Αιγαίου. Διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ., 585 σελ.

Magoulas A., Kotoulas G., Tsimenides N., Zouros E., de la Serna J.M. & de Metrio G. 1993. Genetic structure of the swordfish (Xiphias gladius) populations of the Mediterranean and the Eastern side of the Atlantic: Analysis by mitochondrial DNA markers. Second GFCM/ICCAT Expert Consultation on Stocks of Large Pelagic Fishes in the Mediterranean Sea. Collected Volume of Scientific papers, Vol. XL (1): 126-136.

Μαμούρης Ζ., Τσάμης E., Παναγιωτάκη Π., Θεοδώρου Α.Ι., Αποστολίδης Α. & Τριανταφυλλίδης K. 1997. Μορφολογική ποικιλότητα ανάμεσα σε επτά πληθυσμούς της κουτσομούρας στην Ελλάδα. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συμποσίου Ωκεανογραφίας & Αλιείας, Τόμος ΙΙ, 71-74.

Μωραϊτου-Αποστολοπούλου Μ. 1971. Η πανίς των πελαγικών Κωπηπόδων του Αιγαίου Πελάγους. Διατριβή επί υφηγεσία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Nicolaidou A & Zenetos A. 1985. Report on the marine zoobenthos research in the greek seas. Meeting on coastal benthic ecology (COST 647), Ferrara.

Ondrias L.C. 1971. A list of the fresh and sea-water fishes of Greece. Hellenic Oceanol. Limnol., 10: 23-96.

Ορφανίδης Σ., Λαζαρίδου Ε., Σεφερλής Μ. & Χαριτωνίδης Σ. 1997. Ευτροφισμός και αφθονία των θαλασσίων βενθικών Μακροφυκών στο βιότοπο της Αγίας Τριάδας του Θερμαϊκού Κόλπου. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συμποσίου Ωκεανογραφίας & Αλιείας, Τόμος Ι: 67-70.

Πάγκου Κ. 1994. Οικολογικές παράμετροι του φυτοπλαγκτού σχετιζόμενες με τον ευτροφισμό του θαλασσίου περιβάλλοντος. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 356 σελ.

Pancucci-Papadopoulou M.A. 1996. The Echinodermata of Greece. Fauna Graeciae, Vol. VI, 162p.

Papakonstantinou C. 1988. Check-list of marine fishes of Greece. Fauna Graeciae vol. IV, 257p.

Ρεϊζοπούλου Σ. 1997. Το ζωοβένθος υφαλμύρων λιμνοθαλασσών. Διαφοροποιήσεις των βιοκοινωνιών σε σχέση με οικολογικούς παράγοντες. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 238.

Reizopoulou S., Kormas Κ. & Nicolaidou A. in press. Benthic biodiversity in five coastal brackish water lagoons in Amvrakikos Gulf, Greece. CIESM.

Simboura N., Zenetos Α., Thessalou-Legaki Μ., Pancucci Μ.Α. & Nicolaidou A. 1995. Benthic communities of the infralittoral in the N. Sporades (Aegean Sea): a variety of biotopes encountered and analysed. P.S.Z.N.I: Marine Ecology, 16: 283-306.

Σιώκου-Φράγκου Ι. 1993. Οικολογία του μεσοζωοπλαγκτού στο Σαρωνικό Κόλπο. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 372 σελ.

Siokou-Frangou I. & Papathanassiou E. 1989. Aspects du zooplancton côtier de l’ile de Rhodes (Mer Egee). Vie Milieu, 39: 77-85.

Smith C.J., Papadopoulou Κ.-Ν., Labropoulou Μ. & Tselepides A. 1997. Megafaunal Communities of the continental shelf and slope of the Cretan Sea. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συμποσίου Ωκεανογραφίας & Αλιείας, Τόμος Ι, 229-232.

Stefanidou D. & Voultsiadou-Koukoura E. 1994. An account of our knowledge on the amphipod fauna of the Aegean Sea. Bios (Macedonia, Greece), 2: 59-62.

Stergiou K.I., Christou Ε.D., Georgopoulos D., Zenetos A. & Souvermezoglou C. in press. The Hellenic Seas: Physics, chemistry, biology and fisheries. Oceanography and Marine Biology: Annual Review.

Σύμπουρα Ν. 1996. Θαλάσσιοι μακροβενθικοί Πολύχαιτοι (Annelida, Polychaeta) της Ελλάδας: Συστηματική, οικολογία, ζωογεωγραφία. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 241 σελ.

Thiermann F., Akoumianaki I., Hughes J.A. & Giere O. 1997. Benthic fauna of a shallow-water gaseohydrothermal vent area in the Aegean Sea (Milos, Greece). Mar. Biol., 128: 149-159.

Tselepides A., Papadopoulou K.-N., Podaras D., Plaiti W., Koutsoubas D. & Pantazoglou F. 1997. Macrobenthic community structure in the Cretan Sea. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συμποσίου Ωκεανογραφίας & Αλιείας, Τόμος Ι, 233-236.

Zenetos A. 1996. The marine Bivalvia (Mollusca) of Greece. Fauna Graeciae, Vol. VII, 319p.

Zenetos A. 1997. Diversity of the marine bivalvia in greek waters: effects of geography and environment. J. mar. biol. Ass. U.K., 77: 463-472.

 

zoolmuse@biol.uoa.gr